κάθοδος


κάθοδος
[катодос] ουσ. Θ. спуск, схождение.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κάθοδος" в других словарях:

  • κάθοδος — descent fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάθοδος — Το αρνητικό ηλεκτρόδιο (ηλεκτρόλυση). Επίσης, κ. είναι ένα από τα βασικά στοιχεία μιας θερμιονικής λυχνίας. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ένα ηλεκτρόδιο το οποίο, όταν θερμανθεί από ένα νήμα βολφραμίου που διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα,… …   Dictionary of Greek

  • κάθοδος — η 1. κατάβαση, κατέβασμα: Η κάθοδος στο υπόγειο του οινοπωλείου είναι επικίνδυνη. 2. η μετάβαση από μεσόγειο τόπο σε παράλιο: Ο Ξενοφώντας μας εξιστορεί την κάθοδο των μυρίων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κάθοδος των Μυρίων — Η επιστροφή των Ελλήνων μισθοφόρων στον στρατό του Κύρου του Νεότερου, από τα Κούναξα στον Εύξεινο Πόντο (401 π.Χ.), υπό την ηγεσία του Ξενοφώντα, μετά την ήττα του Κύρου από τον αδελφό του, Αρταξέρξη. Η εκστρατεία αυτή περιγράφεται στα έργα του… …   Dictionary of Greek

  • καθόδοις — κάθοδος descent fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθόδου — κάθοδος descent fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθόδους — κάθοδος descent fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθόδων — κάθοδος descent fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθόδῳ — κάθοδος descent fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατόδου — κάθοδος descent fem gen sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)